Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Το μελτέμι

- Καί στή Μύκονο δέν θά φυσᾶ; ρώτησε ὁ Φουλάρης.
- Ὄχι, τό ἀπαγορεύσανε! εἶπε σοβαρά - σοβαρά ὁ Παντελής, ἀφήνοντάς τον νά διερωτᾶται.
 Ἦρθε κι ἡ Πελαγιώ νά μαζώξει τά εἰσιτήρια, πῆρε ἕνα μόνο γιά τούς τρεῖς μας, διπλό ἀπό τόν Φουλάρη, μᾶς χάρισε κι ἕνα χαμόγελο.
- Τί νά σᾶς μαγειρέψω γιά μεσημεριανό; Φακές καί πατάτες τηγανιτές καί ρέγγα, τρῶτε;
- Ἄν τρῶμε λέει!
- Ἔ, ἄντε τότε νά λύσετε τούς κάβους μά οἱ μηχανές πῆραν μπροστά.
 Ἀπολύτως ἐνθουσιασμένοι πού εἴχαμε γίνει μέλη τῆς οἰκογένειας λύσαμε μάνι - μάνι τά σκοινιά καί θρονιαστήκαμε δίπλα στόν καπετάνιο - ἐφοπλιστή κι οἰκοδεσπότη μας, πού ἔδινε τίς ἐντολές τοῦ ἀπόπλου.
- Καπετάνιο, ρώτησε ὁ πιό θρασύς. Θἄχουμε ἀλήθεια μπονάτσα; Γιατί ἐμένα τά σημάδια ἄλλα μοῦ λένε!...
- Σάν τί, πολύξερε;
- Μελτεμούρα, κατεβασιά!...
- Καί φοβᾶται μωρέ ὁ «Παντελής»;
- Ὁ Παντελής κι ὁ «Παντελής» δέν φοβοῦνται. Τρέμουν ὅμως οἱ ἐπιβάτες...
- Ἔ, σύρε νά τούς κανακίσεις. Μόνο πρόσεχε τόν Φουλάρη γι­ατί δέν μοῦ φαίνεται σόϊ...
 Ὁ κανακιστής ἀνέλαβε ὑπηρεσία, μόλις καί ξεμπουκάραμε ἀπό τό Σαρωνικό, καί μιά μελτεμούρα φρέσκια - φρέσκια μας περίμενε ἀνυπόμονη γιά νά παίξει μαζί μας.
 Δευτεροπρίμα εἴχαμε τόν καιρό, κι ὁ μέν «Παντελής» ἀνεβοκατέβαινε, ἔγερνε ἀριστερά, ἔγερνε δεξιά καί ἤμουν σίγουρος ὅτι σφύριζε ἀπολύτως ἀδιάφορος, ὁ δέ Παντελής τιμόνευε καί ἔτρωγε ἀβγά.
 Τό πλήρωμα ὅλο καί κάτι μαστόρευε, οἱ δέ ἐπιβάτες, ἄλλες κουβέντες ν’ ἀγαπιόμαστε!
 Οἱ Παριανοί εἶχαν στρέψει τά βλέμματα πρός τόν Ὕψιστο, βέβαιοι ὅτι ἐντός ὀλίγου θά εὑρεθοῦν πρό τοῦ «φοβεροῦ βήματος» καί εὐχόμενοι «καλήν ἀπολογίαν», ὁ Φουλάρης ἀγωνιζόταν ἐμφανῶς νά διατηρήσει τήν ὅποια ἀξιοπρέπειά του μέ μηδαμινά ἀποτελέσματα, οἱ δέ Σαντορινοί κοίταζαν μόνο τό μωρό τους, ἀφανισθέντος ὄ,τιδηποτε ἄλλου.


Δεν υπάρχουν σχόλια: