Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016

Τα τραγούδια

 Τἄχασε κι ὁ κανακιστής, δέν ἤξερε τί νά κάνει, μέχρι πού ἀνακάλυψε σέ μιά ἀπό τίς ἀρίφνητες τσέπες του, μιά φυσαρμόνικα Hohner πού τοὖχε χαρίσει ὁ φίλος του ὁ Χρῆστος ὁ Λεο­ντῆς, μέ τή φιλοφρόνηση:
- Νά τραγουδᾶς δέν μπορεῖς, νά σφυρίζεις οὔτε, πάρε τουλάχιστον αὐτήν νά φυσᾶς, ἀντί νά ξεφυσᾶς ὅποτε τά βλέπεις σκοῦρα.
 Ἄρχισε νά παίζει τό «Ἦταν ἕνα μικρό καράβι...» τοῦ φάνηκε ἀνάρμοστο καί συνέχισε μέ... Βαμβακάρη:
«Μαῦρα μάτια, μαῦρα φρύδια, μαῦρα κατσαρά μαλλιά, ἄσπρο πρόσωπο σάν κρίνο καί στό μέτωπο ἐληά...».
 Πρῶτο, τό μωράκι ὡς λογικότερο ὅλων, ἄφησε τήν πιπίλα του κι ἄρχισε νά κακαρίζει γεμίζοντας τό βαπόρι ἥλιους. Οἱ γονεῖς του ἀναθάρρησαν, ὁ Φουλάρης στράβωσε τή μούρη του γιά τό βάρβαρο της μουσικῆς κι οἱ Παριανοί θεώρησαν ὅτι, οἱ μᾶλλον δυσδιάκριτοι ἦχοι πού συνόδευαν τά τριξίματα τοῦ «Παντελῆ» κάποιος οἰωνός ἦταν. Καί τότε...
 Καί τότε, ἀπό τήν πολυθρόνα πού καθόταν ἡ Πελαγιώ, πλέκοντας μέ χοντρές βελόνες ἕνα - μᾶλλον - πουλόβερ, μιά ἀπίστευτης γλυκύτητας καί ἔντασης φωνή ἀναδύθηκε, συνοδεύοντας τή φυσαρμόνικα.
- Ξέρεις καί τό: Σ’ ἀγαπῶ γιατί ’σαι ὡραία; ρώτησε τόν ἄναυδο ὀργανοπαίκτη
- Ναί!
- Ἔ, δώστου!
 Ὁ Θεός μ’ ἔχει εὐλογήσει, φίλοι, ν’ ἀκούσω δεκάδες μεγάλους τραγουδιστές.
 Σάν τήν Πελαγιώ ὅμως, πού δάμασε ὡς καί τήν Αἰγαιοπελαγίτικη ὁρμή, καμιά φωνή ἄλλη!....
 Ἑπόμενο ἦταν, ν’ ἀκολουθήσουν κοντυλιές καί μαντινάδες ἀπό τούς συντρόφους μου, πού ὁ ἕνας μέ κιθάρα κι ὁ ἄλλος μέ λύρα, ἔπαιζαν ἐπίσης μέ μένα κακά!
 «Μαδάρες μου Χανιώτικες, κορφές τοῦ Ψηλορείτη καί Λασιθιώτικα βουνά γειά σου παντέρμη Κρήτη», ἦταν ἡ πρώτη, γιά ν’ ἀκολουθήσουν δεκάδες ἐρωτικές πού οὔτε μιά δέν θυμᾶμαι!
 Ἐνθουσιάστηκε κι ὁ «Παντελής» κι ἄρχισε νά σφυρίζει...
 Πιάσαμε στήν Πάρο καί κατέβηκαν οἱ ἑτοιμοθάνατοι. Τραβήξαμε μέ τόν ἴδιο καιρό γιά Νάξο ὅπου, δύο πατούλιες κακοντυμένοι γαμηλιῶτες ἐφόρμησαν, μέ λαούτα καί βιολιά καί μπόλικη λεβεντοσύνη ἀπάνω τους, πού περιέργως ἐξαφανίστηκε, μόλις καί πε­ράσαμε τήν Πορτάρα, βρεθήκαμε στό ἀνοικτό πέλαγος, κι ὁ «Παντελής» ἄρχισε νά παίρνει τώρα σοβαρά τό ρόλο του νά ἐπιπλέει, μιά κι ὁ καιρός καί δυνάμωσε καί ἀνάποδος ἦταν καί ἡ νύχτα πίσσα αἰώνιο σκοτάδι.
- Καπετάνιο, ρώτησε ὁ περίεργος, γιατί πᾶς κόντρα στόν καιρό;
- Γιά νά μήν τοῦ κάμω τό χατήρι!
 Ἀποστομωτική ἡ ἀπάντηση,


Δεν υπάρχουν σχόλια: