Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

Ατιμόπλοιο "Παντελής" (Β' μέρος)

Ἀκουμπισμένος στό παραπέτο, ἕνας γεροδεμένος ἄντρας πάνω ἀπό τά 50, μέ στό ἀπροσδιορίστου χρώματος πουλόβερ, τό κατακαλόκαιρο, μισοχαμογελώντας μᾶς παρατηροῦσε μέ μάτια μικρά γαλάζια κι ἀπίστευτα διεισδυτικά.
- Αὐτός εἶναι ὁ «Παντελής» καπετάνιε; ρωτήσαμε.
- Κι αὐτός κι ἐγώ, λεβέντες. Γιά ποῦ μέ τό καλό;
- Γιά τή Μύκονο κι ὅπου ἀλλοῦ μας βγάλει.
- Καί φτάσουν τά λεφτά μας... συμπλήρωσε χαμηλόφωνα ὁ λογικός.
- Πηδᾶτε μέσα!
- Μά πόσο κάνει; ἐπιμείναμε.
- Μωρέ ἐλᾶτε, καί δέν θά τά χαλάσομε ὅσο κι ἄν προσπαθήσετε. Φοιτητές δέν εἴσαστε;
- Φοιτητές...
- Κι ἐμένα ἡ κόρη σπουδάζει ἀρχιτέκτονας στό Πολυτεχνεῖο, μᾶς εἶπε μέ μάτια πού γυάλισαν. Θά ’ρθεῖτε;
 Δέν ἀνεβήκαμε, κατεβήκαμε ἀπό τήν προβλήτα στήν κουβέρτα καί, τό πρῶτο πράγμα πού μᾶς ἐντυπωσίασε, ἦταν ἡ ἀπίστευτη καθαριότητα. Οὔτε τῆς πιό καλονοικοκυρᾶς ἡ κουζίνα δέν θἄλαμπε ἔτσι!
- Πελαγιώωω! ἀκούστηκε ἡ ἀγριοφωνάρα τοῦ Παντελῆ, πού ἔκαμε ἀκόμη καί τή σημαία νά ριπίσει! Ἔλα γιατί ἤρθανε ἐπιβάτες.
 Ἦρθε ἡ Πελαγία! Στήν ἴδια ἡλικία περίπου μέ τόν Παντελῆ, ὄμορφη παρά τά χρόνια καί τά μπόλικα κιλά της, μ’ ἕνα χαμόγελο πού φώτιζε ὅσο κι ὁ ἥλιος! Ντυμένη μέ μιά παντελόνα φαρδιά καί γι’ αὐτήν καί μιά κλαδωτή ρόμπα.
- Ποῦ πάτε παιδιά; μᾶς ρώτησε
- Στή Μύκονο.
- Ἐλᾶτε στήν καμπίνα σας.
 Κατεβήκαμε τέσσερα σκαλοπάτια, χάσαμε τόν οὐρανό καί μπήκαμε στή λαγοφωλιά «μ’ ὄλας τάς συγχρόνους ἀνέσεις».
 Ἴσα πού χώραγε ἡ κοινή μας βαλίτσα, ἦταν ὅμως πεντακάθαρη καί τά σεντόνια ἔλαμπαν.
- Ἡ τουαλέτα εἶναι ἀπέναντι, μᾶς εἶπε, κι ἄν θέλετε καφέ, ἐλᾶτε ἀπάνω νά σᾶς ψήσω.
 Ἐκεῖ, γνωρίσαμε καί τά ὑπόλοιπα μέλη τοῦ πληρώματος: Τόν ναύτη, καμαρότο καί μοῦτσο πού ἦταν δέν ἦταν στήν ἡλικία μας, τόν εὐκίνητο παρότι κουτσό λοστρόμο, τόν ὕπαρχο πού παρίστανε τόν βαρύ κι ἀσήκωτο καί τόν μηχανικό πού μασοῦσε συνέχεια παξιμάδια καί βρισιές.
 Τήν ὥρα τοῦ καφέ, ὑπέστημεν ἀνάκριση τρίτου βαθμοῦ.
 Ποιοί καί τί καί ἀπό ποῦ καί ποιανοῦ εἴμαστε, τί δουλειά κάνουν οἱ πατεράδες μας, γιατί ταξιδεύουμε, κ.τ.λ., κ.τ.λ., κ.τ.λ, πού σταμάτησαν μόνον ὅταν νέοι ἐπιβάτες ἀφίχθησαν.
 Ἦταν 11 τόν ἀριθμό, ἑπτά γιά τήν Πάρο, ἕνας γιά τή Μύκονο κι ἕνα ζευγάρι μέ τό μωρό τους γιά Σαντορίνη.
 Ὁ συνεπιβάτης μας γιά τή Μύκονο ἦταν γκρινιάρης καί ἀντιπαθέστατος, (μέχρι φουλάρι φοροῦσε! καί κρατοῦσε χαρτοφύλακα), οἱ Παριανοί ἀδιάφοροι καί τό ζευγάρι γιά τή Σαντορίνη κατατρομαγμένο!!
 Ἡ μανούλα κρατοῦσε σφικτά τό μωράκι της στήν ἀγκαλιά, ὁ σύζυγος τήν εἶχε ἐπίσης ἀγκαλιά κι εἶχαν γίνει μιά σωρά ὅλοι.
- Τί καιρό θἄχουμε καπετάνιο; ρώτησε ὁ σύζυγος.
- Μπουνάτσα, κάλμα, λάδι, βεβαίωσε ὁ Παντελής καί κάπως τούς καθησύχασε.


1 σχόλιο:

mike1945 είπε...

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΦΙΛΕ ΚΩΣΤΑ....ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙΣ...ΟΤΑΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ''ΘΑΛΑΣΣΙΝΕΣ'' ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΕΝ ΠΙΑΝΕΣΑΙ....