Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016
Τρίτη 7 Ιουνίου 2016
Ατιμόπλοιο "Παντελής" (τελευταίο)
- Λεβέντη μου, σύρε ν’ ἀράξουμε καί θά σ’ ἀγοράσω μιά θαλαμηγό νά παίζεις, τοῦ ’λεγε καί ξεκαρδιζόταν μέ τό «ἀστεῖο» του!
Ὅταν ὁ Θεός ἔστειλε τόν Ἥλιo Του νά φωτίσει τό Αἰγαῖο Του, τά πράγματα ἄλλαξαν. Ἄν ἐξαιρέσεις τά πρησμένα ἀπό τήν ἀγρύπνια μάτια τῶν δυό καπεταναίων, ὅλα ἔδειχναν χαρούμενα καί δροσερά.
Ἦρθε κι ἡ Κερά-Πελαγιώ κι ἄχνισε τό χαμόγελό της κι οἱ κοῦπες τοῦ καφέ πού βαστοῦσε, ποιός νοιαζόταν πιά γιά τό μελτέμι;
- Τοῦ ’δωσες τί δίπλωμα; ρώτησε τόν ἄνδρα της γνέφοντας πρός τόν νεαρό.
- Ἄν μου πεῖ σέ μιά ὥρα τί καιρό θά ’ χουμε, μπορεῖ καί νά τό πάρει, βεβαίωσε αὐτός.
- Μπονάτσα, λάδι πηγμένο γιαούρτι, ἔσπευσε ὁ ὑποψήφιος νά ἀπαντήσει.
Καί πράγματι! Ὁ ἀέρας κόπασε, ἡ θάλασσα ἄρχισε νά στραφταλίζει καμαρώνοντας τό μοναδικό βαθυγάλανο χρῶμα της, μιά παρέα ἀπό δελφίνια πιᾶσαν ψιλή κουβέντα μέ τόν «Παντελῆ» καί ὁ νεαρός προήχθη μέ τό φύλλο ἑνός μπακαλοτέφτερου σέ πλοίαρχο πρώτης τάξεως, πλοηγό δεινότατο καί συγκυβερνήτη τοῦ γενναίου ἀτμοπλοίου.
Μόλις δέσαμε στή Μύκονο, καρδιά νά ξεμπαρκάρομε δέν εἴχαμε.
Μόνο ἡ παρατήρηση ὅτι ὁ Φουλάρης, εἶχε βολευτεῖ μιά χαρά καί διατηροῦσε καί περπατώντας τό λίκνισμα πού τόν εἶχε προικίσει τό μελτέμι, ἀπέσπασε τό βλέμμα μας ἀπό τόν Παντελῆ, τήν Πελαγιώ καί τόν «Παντελῆ» κι ἀποφασίσαμε νά ἀποχαιρετίσουμε.
- Καπετάνιο, φώναξε στόν νεαρό ὁ θαλασσοδαρμένος... Νά σᾶς περιμένω καί στήν ἐπιστροφή;
- Φυσικά!, ἀπάντησε ἐκεῖνος μέσα ἀπό τήν ἀγκαλιά τῆς Πελαγιῶς. Τέτοιο ἀτιμόπλοιο πού κοροϊδεύει τίς φουρτοῦνες, δέν τό ἀποχωριζόμαστε πιά!
Κάναμε πολλά ταξίδια καί «πρός τά πάνω» καί «πρός τά κάτω» μέ τόν «Παντελῆ».
Κι ἦταν ἡ μέρα πού ἔπαιρνα τ’ ἀπολυτήριό μου ἀπό τό στρατό, ὅταν διάβασα στά ψιλά μιᾶς ἐφημερίδας:
«Τό ἀτμόπλοιο «Παντελής» προσάραξε χθές στό Τηγάνι τῆς Λήμνου, μετά ἀπό θανατηφόρο ἔμφραγμα πού ὑπέστη ὁ κυβερνήτης τοῦ Παντελής Λεωτσάκος. Τό λοιπό πλήρωμα καί οἱ ἐπιβάτες μεταφέρθηκαν ἀσφαλεῖς στόν Πειραιά...».
Φιλι-κές κουβέντες
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ: Σταύρακα, ε Σταύρακα! Έλα εδώ ρε κουραδόμαγκα που σε θέλω!
ΣΤΑΥΡΑΚΑΣ: Τι ΄ναι ρε αδερφάκι Καραγκιόζο; Σε πείραξε κανείς να καθαρίσω;
ΚΑΡ: Ποιός να με πειράξει εμένα ρε Σταυράκι; Τολμούνε οι προσκυνημένοι; Πειράξανε όμως το φίλο μου τον Φίλη.
ΣΤΑΥΡ: Τον κοιλαρά μωρέ; Βαστάτε τούρκοι τ΄άρματα και πάααω να σφάξω πέντε - έξι. Και γιατί ρε;
ΚΑΡ: Επειδή θέλει να καταργήσει τα Αρχαία Ελληνικά και ν΄απαγορεύσει στις μανούλες να λένε τα παιδιά τους πρίγκιπες και πριγκιπέσα.
ΣΤΑΥΡ: Κι έτσι θα σώσει την Ελλάδα;
ΚΑΡ: Ολότελα!
ΣΤΑΥΡ: Και δεν μου λες Καραγκιόζη; Αντί να σφάξω τους άλλους, να σφάξω τον ίδιο που χει και πολλή δουλειά;
ΚΑΡ: Ότι θες κάνε! Μόνο σιγά γιατί άμα σε πιάσουν θα σε σαπίσουν στο ξύλο!
ΣΤΑΥΡ: Ωχ! Έχει και ξύλο; Ε πουθενά δεν πάω.
ΚΑΡ: Μήπως και δεν τόξερα ρε κουραδόμαγκα; Άντε στο κααλό!
Παρασκευή 3 Ιουνίου 2016
Τα τραγούδια
Τἄχασε κι ὁ κανακιστής, δέν ἤξερε τί νά κάνει, μέχρι πού ἀνακάλυψε σέ μιά ἀπό τίς ἀρίφνητες τσέπες του, μιά φυσαρμόνικα Hohner πού τοὖχε χαρίσει ὁ φίλος του ὁ Χρῆστος ὁ Λεοντῆς, μέ τή φιλοφρόνηση:
- Νά τραγουδᾶς δέν μπορεῖς, νά σφυρίζεις οὔτε, πάρε τουλάχιστον αὐτήν νά φυσᾶς, ἀντί νά ξεφυσᾶς ὅποτε τά βλέπεις σκοῦρα.
Ἄρχισε νά παίζει τό «Ἦταν ἕνα μικρό καράβι...» τοῦ φάνηκε ἀνάρμοστο καί συνέχισε μέ... Βαμβακάρη:
«Μαῦρα μάτια, μαῦρα φρύδια, μαῦρα κατσαρά μαλλιά, ἄσπρο πρόσωπο σάν κρίνο καί στό μέτωπο ἐληά...».
Πρῶτο, τό μωράκι ὡς λογικότερο ὅλων, ἄφησε τήν πιπίλα του κι ἄρχισε νά κακαρίζει γεμίζοντας τό βαπόρι ἥλιους. Οἱ γονεῖς του ἀναθάρρησαν, ὁ Φουλάρης στράβωσε τή μούρη του γιά τό βάρβαρο της μουσικῆς κι οἱ Παριανοί θεώρησαν ὅτι, οἱ μᾶλλον δυσδιάκριτοι ἦχοι πού συνόδευαν τά τριξίματα τοῦ «Παντελῆ» κάποιος οἰωνός ἦταν. Καί τότε...
Καί τότε, ἀπό τήν πολυθρόνα πού καθόταν ἡ Πελαγιώ, πλέκοντας μέ χοντρές βελόνες ἕνα - μᾶλλον - πουλόβερ, μιά ἀπίστευτης γλυκύτητας καί ἔντασης φωνή ἀναδύθηκε, συνοδεύοντας τή φυσαρμόνικα.
- Ξέρεις καί τό: Σ’ ἀγαπῶ γιατί ’σαι ὡραία; ρώτησε τόν ἄναυδο ὀργανοπαίκτη
- Ναί!
- Ἔ, δώστου!
Ὁ Θεός μ’ ἔχει εὐλογήσει, φίλοι, ν’ ἀκούσω δεκάδες μεγάλους τραγουδιστές.
Σάν τήν Πελαγιώ ὅμως, πού δάμασε ὡς καί τήν Αἰγαιοπελαγίτικη ὁρμή, καμιά φωνή ἄλλη!....
Ἑπόμενο ἦταν, ν’ ἀκολουθήσουν κοντυλιές καί μαντινάδες ἀπό τούς συντρόφους μου, πού ὁ ἕνας μέ κιθάρα κι ὁ ἄλλος μέ λύρα, ἔπαιζαν ἐπίσης μέ μένα κακά!
«Μαδάρες μου Χανιώτικες, κορφές τοῦ Ψηλορείτη καί Λασιθιώτικα βουνά γειά σου παντέρμη Κρήτη», ἦταν ἡ πρώτη, γιά ν’ ἀκολουθήσουν δεκάδες ἐρωτικές πού οὔτε μιά δέν θυμᾶμαι!
Ἐνθουσιάστηκε κι ὁ «Παντελής» κι ἄρχισε νά σφυρίζει...
Πιάσαμε στήν Πάρο καί κατέβηκαν οἱ ἑτοιμοθάνατοι. Τραβήξαμε μέ τόν ἴδιο καιρό γιά Νάξο ὅπου, δύο πατούλιες κακοντυμένοι γαμηλιῶτες ἐφόρμησαν, μέ λαούτα καί βιολιά καί μπόλικη λεβεντοσύνη ἀπάνω τους, πού περιέργως ἐξαφανίστηκε, μόλις καί περάσαμε τήν Πορτάρα, βρεθήκαμε στό ἀνοικτό πέλαγος, κι ὁ «Παντελής» ἄρχισε νά παίρνει τώρα σοβαρά τό ρόλο του νά ἐπιπλέει, μιά κι ὁ καιρός καί δυνάμωσε καί ἀνάποδος ἦταν καί ἡ νύχτα πίσσα αἰώνιο σκοτάδι.
- Καπετάνιο, ρώτησε ὁ περίεργος, γιατί πᾶς κόντρα στόν καιρό;
- Γιά νά μήν τοῦ κάμω τό χατήρι!
Ἀποστομωτική ἡ ἀπάντηση,
- Νά τραγουδᾶς δέν μπορεῖς, νά σφυρίζεις οὔτε, πάρε τουλάχιστον αὐτήν νά φυσᾶς, ἀντί νά ξεφυσᾶς ὅποτε τά βλέπεις σκοῦρα.
Ἄρχισε νά παίζει τό «Ἦταν ἕνα μικρό καράβι...» τοῦ φάνηκε ἀνάρμοστο καί συνέχισε μέ... Βαμβακάρη:
«Μαῦρα μάτια, μαῦρα φρύδια, μαῦρα κατσαρά μαλλιά, ἄσπρο πρόσωπο σάν κρίνο καί στό μέτωπο ἐληά...».
Πρῶτο, τό μωράκι ὡς λογικότερο ὅλων, ἄφησε τήν πιπίλα του κι ἄρχισε νά κακαρίζει γεμίζοντας τό βαπόρι ἥλιους. Οἱ γονεῖς του ἀναθάρρησαν, ὁ Φουλάρης στράβωσε τή μούρη του γιά τό βάρβαρο της μουσικῆς κι οἱ Παριανοί θεώρησαν ὅτι, οἱ μᾶλλον δυσδιάκριτοι ἦχοι πού συνόδευαν τά τριξίματα τοῦ «Παντελῆ» κάποιος οἰωνός ἦταν. Καί τότε...
Καί τότε, ἀπό τήν πολυθρόνα πού καθόταν ἡ Πελαγιώ, πλέκοντας μέ χοντρές βελόνες ἕνα - μᾶλλον - πουλόβερ, μιά ἀπίστευτης γλυκύτητας καί ἔντασης φωνή ἀναδύθηκε, συνοδεύοντας τή φυσαρμόνικα.
- Ξέρεις καί τό: Σ’ ἀγαπῶ γιατί ’σαι ὡραία; ρώτησε τόν ἄναυδο ὀργανοπαίκτη
- Ναί!
- Ἔ, δώστου!
Ὁ Θεός μ’ ἔχει εὐλογήσει, φίλοι, ν’ ἀκούσω δεκάδες μεγάλους τραγουδιστές.
Σάν τήν Πελαγιώ ὅμως, πού δάμασε ὡς καί τήν Αἰγαιοπελαγίτικη ὁρμή, καμιά φωνή ἄλλη!....
Ἑπόμενο ἦταν, ν’ ἀκολουθήσουν κοντυλιές καί μαντινάδες ἀπό τούς συντρόφους μου, πού ὁ ἕνας μέ κιθάρα κι ὁ ἄλλος μέ λύρα, ἔπαιζαν ἐπίσης μέ μένα κακά!
«Μαδάρες μου Χανιώτικες, κορφές τοῦ Ψηλορείτη καί Λασιθιώτικα βουνά γειά σου παντέρμη Κρήτη», ἦταν ἡ πρώτη, γιά ν’ ἀκολουθήσουν δεκάδες ἐρωτικές πού οὔτε μιά δέν θυμᾶμαι!
Ἐνθουσιάστηκε κι ὁ «Παντελής» κι ἄρχισε νά σφυρίζει...
Πιάσαμε στήν Πάρο καί κατέβηκαν οἱ ἑτοιμοθάνατοι. Τραβήξαμε μέ τόν ἴδιο καιρό γιά Νάξο ὅπου, δύο πατούλιες κακοντυμένοι γαμηλιῶτες ἐφόρμησαν, μέ λαούτα καί βιολιά καί μπόλικη λεβεντοσύνη ἀπάνω τους, πού περιέργως ἐξαφανίστηκε, μόλις καί περάσαμε τήν Πορτάρα, βρεθήκαμε στό ἀνοικτό πέλαγος, κι ὁ «Παντελής» ἄρχισε νά παίρνει τώρα σοβαρά τό ρόλο του νά ἐπιπλέει, μιά κι ὁ καιρός καί δυνάμωσε καί ἀνάποδος ἦταν καί ἡ νύχτα πίσσα αἰώνιο σκοτάδι.
- Καπετάνιο, ρώτησε ὁ περίεργος, γιατί πᾶς κόντρα στόν καιρό;
- Γιά νά μήν τοῦ κάμω τό χατήρι!
Ἀποστομωτική ἡ ἀπάντηση,
Δημοσιεύτηκε από
Κώστας Γραμματικάκης
στις
11:00:00 π.μ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Ενότητες:
Ταξιδεύοντας
Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016
Το μελτέμι
- Καί στή Μύκονο δέν θά φυσᾶ; ρώτησε ὁ Φουλάρης.
- Ὄχι, τό ἀπαγορεύσανε! εἶπε σοβαρά - σοβαρά ὁ Παντελής, ἀφήνοντάς τον νά διερωτᾶται.
Ἦρθε κι ἡ Πελαγιώ νά μαζώξει τά εἰσιτήρια, πῆρε ἕνα μόνο γιά τούς τρεῖς μας, διπλό ἀπό τόν Φουλάρη, μᾶς χάρισε κι ἕνα χαμόγελο.
- Τί νά σᾶς μαγειρέψω γιά μεσημεριανό; Φακές καί πατάτες τηγανιτές καί ρέγγα, τρῶτε;
- Ἄν τρῶμε λέει!
- Ἔ, ἄντε τότε νά λύσετε τούς κάβους μά οἱ μηχανές πῆραν μπροστά.
Ἀπολύτως ἐνθουσιασμένοι πού εἴχαμε γίνει μέλη τῆς οἰκογένειας λύσαμε μάνι - μάνι τά σκοινιά καί θρονιαστήκαμε δίπλα στόν καπετάνιο - ἐφοπλιστή κι οἰκοδεσπότη μας, πού ἔδινε τίς ἐντολές τοῦ ἀπόπλου.
- Καπετάνιο, ρώτησε ὁ πιό θρασύς. Θἄχουμε ἀλήθεια μπονάτσα; Γιατί ἐμένα τά σημάδια ἄλλα μοῦ λένε!...
- Σάν τί, πολύξερε;
- Μελτεμούρα, κατεβασιά!...
- Καί φοβᾶται μωρέ ὁ «Παντελής»;
- Ὁ Παντελής κι ὁ «Παντελής» δέν φοβοῦνται. Τρέμουν ὅμως οἱ ἐπιβάτες...
- Ἔ, σύρε νά τούς κανακίσεις. Μόνο πρόσεχε τόν Φουλάρη γιατί δέν μοῦ φαίνεται σόϊ...
Ὁ κανακιστής ἀνέλαβε ὑπηρεσία, μόλις καί ξεμπουκάραμε ἀπό τό Σαρωνικό, καί μιά μελτεμούρα φρέσκια - φρέσκια μας περίμενε ἀνυπόμονη γιά νά παίξει μαζί μας.
Δευτεροπρίμα εἴχαμε τόν καιρό, κι ὁ μέν «Παντελής» ἀνεβοκατέβαινε, ἔγερνε ἀριστερά, ἔγερνε δεξιά καί ἤμουν σίγουρος ὅτι σφύριζε ἀπολύτως ἀδιάφορος, ὁ δέ Παντελής τιμόνευε καί ἔτρωγε ἀβγά.
Τό πλήρωμα ὅλο καί κάτι μαστόρευε, οἱ δέ ἐπιβάτες, ἄλλες κουβέντες ν’ ἀγαπιόμαστε!
Οἱ Παριανοί εἶχαν στρέψει τά βλέμματα πρός τόν Ὕψιστο, βέβαιοι ὅτι ἐντός ὀλίγου θά εὑρεθοῦν πρό τοῦ «φοβεροῦ βήματος» καί εὐχόμενοι «καλήν ἀπολογίαν», ὁ Φουλάρης ἀγωνιζόταν ἐμφανῶς νά διατηρήσει τήν ὅποια ἀξιοπρέπειά του μέ μηδαμινά ἀποτελέσματα, οἱ δέ Σαντορινοί κοίταζαν μόνο τό μωρό τους, ἀφανισθέντος ὄ,τιδηποτε ἄλλου.
- Ὄχι, τό ἀπαγορεύσανε! εἶπε σοβαρά - σοβαρά ὁ Παντελής, ἀφήνοντάς τον νά διερωτᾶται.
Ἦρθε κι ἡ Πελαγιώ νά μαζώξει τά εἰσιτήρια, πῆρε ἕνα μόνο γιά τούς τρεῖς μας, διπλό ἀπό τόν Φουλάρη, μᾶς χάρισε κι ἕνα χαμόγελο.
- Τί νά σᾶς μαγειρέψω γιά μεσημεριανό; Φακές καί πατάτες τηγανιτές καί ρέγγα, τρῶτε;
- Ἄν τρῶμε λέει!
- Ἔ, ἄντε τότε νά λύσετε τούς κάβους μά οἱ μηχανές πῆραν μπροστά.
Ἀπολύτως ἐνθουσιασμένοι πού εἴχαμε γίνει μέλη τῆς οἰκογένειας λύσαμε μάνι - μάνι τά σκοινιά καί θρονιαστήκαμε δίπλα στόν καπετάνιο - ἐφοπλιστή κι οἰκοδεσπότη μας, πού ἔδινε τίς ἐντολές τοῦ ἀπόπλου.
- Καπετάνιο, ρώτησε ὁ πιό θρασύς. Θἄχουμε ἀλήθεια μπονάτσα; Γιατί ἐμένα τά σημάδια ἄλλα μοῦ λένε!...
- Σάν τί, πολύξερε;
- Μελτεμούρα, κατεβασιά!...
- Καί φοβᾶται μωρέ ὁ «Παντελής»;
- Ὁ Παντελής κι ὁ «Παντελής» δέν φοβοῦνται. Τρέμουν ὅμως οἱ ἐπιβάτες...
- Ἔ, σύρε νά τούς κανακίσεις. Μόνο πρόσεχε τόν Φουλάρη γιατί δέν μοῦ φαίνεται σόϊ...
Ὁ κανακιστής ἀνέλαβε ὑπηρεσία, μόλις καί ξεμπουκάραμε ἀπό τό Σαρωνικό, καί μιά μελτεμούρα φρέσκια - φρέσκια μας περίμενε ἀνυπόμονη γιά νά παίξει μαζί μας.
Δευτεροπρίμα εἴχαμε τόν καιρό, κι ὁ μέν «Παντελής» ἀνεβοκατέβαινε, ἔγερνε ἀριστερά, ἔγερνε δεξιά καί ἤμουν σίγουρος ὅτι σφύριζε ἀπολύτως ἀδιάφορος, ὁ δέ Παντελής τιμόνευε καί ἔτρωγε ἀβγά.
Τό πλήρωμα ὅλο καί κάτι μαστόρευε, οἱ δέ ἐπιβάτες, ἄλλες κουβέντες ν’ ἀγαπιόμαστε!
Οἱ Παριανοί εἶχαν στρέψει τά βλέμματα πρός τόν Ὕψιστο, βέβαιοι ὅτι ἐντός ὀλίγου θά εὑρεθοῦν πρό τοῦ «φοβεροῦ βήματος» καί εὐχόμενοι «καλήν ἀπολογίαν», ὁ Φουλάρης ἀγωνιζόταν ἐμφανῶς νά διατηρήσει τήν ὅποια ἀξιοπρέπειά του μέ μηδαμινά ἀποτελέσματα, οἱ δέ Σαντορινοί κοίταζαν μόνο τό μωρό τους, ἀφανισθέντος ὄ,τιδηποτε ἄλλου.
Δημοσιεύτηκε από
Κώστας Γραμματικάκης
στις
12:05:00 μ.μ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Ενότητες:
Ταξιδεύοντας
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




